Κριτική σκέψη και φιλελεύθερη δημοκρατία

Κριτική σκέψη και φιλελεύθερη δημοκρατία

Του Θεοφάνη Τάση

Απέναντι στην άνοδο του αυταρχικού λαϊκισμού η κριτική σκέψη, γέννημα της φιλελεύθερης δημοκρατίας, τις τελευταίες δεκαετίες όταν δεν ακκίζεται, κυρίως εντός των πανεπιστημίων, αποξενωμένη από την καθημερινότητα των περισσότερων ανθρώπων σκιαμαχεί όντας άοπλη. Το λεξιλόγιό της είναι, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος του, ακατάληπτο από τους συνταξιούχος, τους αγρότες, τους μικρομεσαίους οικογενειάρχες, τους υπαλλήλους και μάλλον το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας. Μετά την ευημερία που ακολούθησε τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο στις αναπτυγμένες κοινωνίες ένα σημαντικό μέρος της κριτικής σκέψης εστίασε το ενδιαφέρον του στις μειονότητες κάθε είδους, τον αυτοπροσδιορισμό και την ταυτότητα του υποκειμένου υποτιμώντας παράλληλα την οικονομική διάσταση των κοινωνικών ζητημάτων.

Συγχρόνως αμφισβήτησε εν πολλοίς την δυνατότητα διατύπωσης καθολικά έγκυρων ηθικών κρίσεων ή ακόμη και την έννοια της «αλήθειας» καθώς τόσο αυτή όσο και άλλες έννοιες θεωρήθηκαν ως αποκλειστικά κοινωνικές κατασκευές. Αυτόν τον προσανατολισμό της κριτικής σκέψης δεν άλλαξε η εμφάνιση και επικράτηση του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού, ο οποίος εύκολα αντιμετώπισε ιδεολογικά τον παραδοσιακό και πλέον θεωρητικά στείρο μαρξισμό προτού ο ίδιος απαξιωθεί ακόμη και από φιλελεύθερους στοχαστές.

Τα παραπάνω είχαν βαρυσήμαντες συνέπειες όπως: Πρώτον, κοινωνικά κινήματα, όπως π.χ. το occupy wall street, να μην βρίσκουν έναν συνεκτικό κριτικό λόγο που θα τους επιτρέψει να διατυπώσουν μια συνολική αμφιβήτηση της κοινωνικής θέσμισης στην βάση συγκεκριμένων πολιτικών προτάσεων ώστε να χαράξουν μια στρατηγική για την συνάντησή τους με την πλεινότητα της κοινωνίας.

Δεύτερον, η κριτική σκέψη εξακολουθεί ν'' απομένει λίγο έως πολύ άοπλη έναντι του αυταρχικού λαϊκισμού. Πράγμα εύλογο διότι πώς ν'' αντιπαρατεθεί σε κάθε λογής συνωμοσιολόγους, αρνητές του Ολοκαυτώματος ή της πλανητικής υπερθέμανσης, σεξιστές, ρατσιστές και μισαλλόδοξους όταν η ίδια, στο μεγαλύτερο μέρος της ρητά ή υπόρρητα, πρεβεύει ή προϋποθέτει ότι όλα είναι σχετικά; Με ποιο τρόπο ν'' αντιμετωπίσει τους οπαδούς της αυταρχικής δημοκρατίας οι οποίοι έχουν, μέχρι ενός σημείου, προσεταιριστεί ένα μετανεωτερικό θεωρητικό οπλοστάσιο, δηλαδή, έχουν υιοθετήσει το λεξιλόγιο της κριτικής σκέψης για να υπερασπιστούν την λευκή "μειονότητα" στις ΗΠΑ ή την πολιτική του Duerte στις Φιλιππίνες;

Τρίτον, την καλλιέργεια μιας μυωπικής πολιτικής ορθότητας η οποία κατά την άτεγκτη εφαρμογή της, παρά την δημοκρατική της βλέψη, στο θεωρητικό πεδίο λαμβάνει συχνά την μορφή στείρας αυτολογοκρισίας, ενώ στην καθημερινότητα οδηγεί σε αποστειρωμένες κοινωνικές σχέσεις περιορισμένης εγγύτητας. Επιπλέον, εξασθενεί το αγωνιστικό στοιχείο του διαλόγου αποδυναμώνοντας την δημόσια σφαίρα ως χώρο σύγκρουσης ιδεών και αξιών. Όταν αυτός συστέλλεται υπό την επίδραση της πολιτικής ορθότητας διαστέλλεται η επιρροή των αντιδημοκρατικών, ανορθολογικών και αντικοσμικών στοιχείων τα οποία διαβρώνουν μακροπρόθεσμα την φιλελεύθερη δημοκρατία.

Η κριτική σκέψη σήμερα είναι, σε μεγάλο βαθμό, ακαδημαϊκή με την αρνητική έννοια του όρου, δηλαδή, παραμένει αυτοναφορική και αφηρημένη συνεισφέροντας στον κατακερματισμό της αμφισβήτησης και την ενδυνάμωση του αυταρχικού λαϊκισμού. Στο μεγαλύτερο μέρος της είναι καχύποπτη ως προς τον ορθό Λόγο και αμφισβητεί ή σχετικοποιεί τις διαφωτιστικές αξίες, οι οποίες ενέπνευσαν τις επαναστάσεις τις νεωτερικότητας, και τα χειραφετητικά κεκτημένα τους, όπως αυτά θεσμίστηκαν ως ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα στις φιλελεύθερες δημοκρατίες, επειδή θεωρεί ότι ως καθολικές αξίες αποκλείουν την διαφορά ευνοώντας τον αποκλεισμό ορισμένων κοινωνικών ομάδων. Κατ'' αυτό τον τρόπο όμως η κριτική σκέψη προσέφερε αθέλητα πολύτιμη υπηρεσία στην εμφάνιση και στην διάδοση της μεταλήθειας που χαρακτηρίζει τον αυταρχικό λαϊκισμό.

Επιπλέον, συγχέοντας συχνά το πολιτικό με το οικονομικό, δηλαδή μην διαχωρίζοντας τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής από την φιλελεύθερη δημοκρατία, η κριτική σκέψη εξασθενίζει την αντίσταση σε όσους προβάλλουν την αυταρχική δημοκρατία ως εναλλακτική στην φιλελεύθερη δημοκρατία. Η συχνή ταύτιση της πολιτείας με το κράτος ως θεσμού καταστολής και άσκησης βίας από ένα σημαντικό μέρος της κριτικής σκέψης υπονομεύει την δυνατότητα πολιτικής οργάνωσης οδηγώντας στην εξιδανίκευση συλλογικοτήτων οι οποίες συχνά εξαντλούνται σε life style στρατηγικές για τα μέλη τους. Τέλος, θεωρώντας η κριτική σκέψη τα πάντα ως ιδεολογία ανάγει εν τέλει το πολιτικό στην κουλτούρα αποδυναμώνοντας τις δυνατότητες κριτικής. Όμως τι σημαίνουν τα προηγηθέντα για έναν πολιτικό μετασχηματισμό που αποβλέπει στην διεύρυνση και την εμβάθυνση της φιλελεύθερης δημοκρατίας;

Καταρχάς να σημειωθεί ότι υποτιμώντας την πολιτική διαδικασία η κριτική σκέψη αποφεύγει ν'' αναμετρηθεί με συγκεκριμένα κοινωνικά ζητήματα που αφορούν την καθημερινότητα πολλών ανθρώπων. Συνήθως καλεί σε μια αόριστη «αντίσταση» εκφυλίζοντας την πολιτική επιλογή σε αισθητική προτίμηση. Έτσι καθίσταται διανοητικά νωθρή και αποφεύγοντας οποιαδήποτε πολιτική ατζέντα καταλήγει ανώδυνη μόδα σε ορισμένες κοσμοπολιτικές κοινωνικές ομάδες υψηλού μορφωτικού επιπέδου οι οποίες αντιμάχονται, περισσότερο από πλήξη και λιγότερο εμφορούμενη από ένα αίσθημα δικαιοσύνης, την φιλελεύθερη δημοκρατία λόγω των αναγνωρισμένων, εν πολλοίς, και από την ίδια ατελειών της.

Η αποδέσμευση της κριτικής σκέψης από τα καθημερινά προβλήματα και τις ανησυχίες της πλειονότητας των εργαζομένων, η πολιτική αφέλειά της, η επιδότηση του αφηρημένου έναντι της ανάλυσης συγκεκριμένων σχέσεων εξουσίας και πολιτικών την καθιστά μεν γοητευτική στις προαναφερθείσες κοινωνικές ομάδες, αλλά, στην καλύτερη περίπτωση, περιττή ή, στην χειρότερη, επικίνδυνη καθώς εκχωρεί έδαφος στον αυταρχικό λαϊκισμό. Είναι επιτακτική ανάγκη να κατανοήσουμε ότι στην παρουσία συγκυρία η ανανέωση της κριτικής σκέψης περνά και μέσα από την υπεράσπιση της φιλελεύθερης δημοκρατίας απέναντι στον αυταρχικό λαϊκισμό θεωρώντας την ως αναγκαία και εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για την διεύρυνση και την εμβάθυνση του προτάγματος της αυτονομίας. Μια στάση κριτικής ως προς τις αδυναμίες και στρεβλώσεις της φιλελεύθερης δημοκρατίας είναι καταρχήν απολύτως συμβατή με μια σθεναρή υπεράσπισή της προς όφελος των πολλών. Μια υπεράσπιση την οποία είναι αποδεδειγμένα ανίκανοι να φέρουν εις πέρας απαξιωμένοι πολιτικοί και ψυχροί τεχνοκράτες και την οποία προς το παρόν μοιάζει, δυστυχώς, απρόθυμη να επωμιστεί η τρέχουσα κριτική σκέψη.