Η πρόσκαιρη εμπιστοσύνη στους θεσμούς

Εν μέσω πανδημίας οι δημοσκοπήσεις κατέγραψαν μία αυξημένη εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς της πολιτείας μας. Αυτή η ευχάριστη έκπληξη ίσως να είναι προϊόν της αποτελεσματικής διαχείρισης της πρώτης φάσης της πανδημίας από την πλευρά της κυβέρνησης, του γεγονότος ότι έχουμε μία νέα κυβέρνηση η οποία δείχνει σοβαρότερη της προηγούμενης, και της εμπιστοσύνης που εμπνέει ο πρωθυπουργός της χώρας. Δυστυχώς όμως, τους τελευταίους μήνες οι καταγγελίες για παραδικαστικό κύκλωμα μαζί με τις χθεσινές ανατριχιαστικές αποκαλύψεις της Καθημερινής σχετικά με το Μάτι, δείχνουν ότι η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς ενδέχεται να είναι παροδική, κάτι σαν ένα θετικό σύμπτωμα της πανδημίας. 
 
Σε λιγότερο από 250 ημέρες, θα γιορτάσουμε τα 200 έτη από την Επανάσταση του 1821. Μέσα σε αυτή την περίοδο η Ελλάδα πέτυχε πολλές και σημαντικές νίκες και βίωσε μεγάλες ήττες. Καταστροφές και θρίαμβοι, όπως θα έλεγε ο καθηγητής του Γέιλ Στάθης Καλύβας, είναι το κύριο χαρακτηριστικό μας. Παρά, λοιπόν, τις μεγάλες μας επιτυχίες η χώρα μας αντιμετωπίζει ακόμα ορισμένα σημαντικά προβλήματα που αν δεν διορθωθούν δεν πρόκειται ποτέ, μα ποτέ, να εκπληρώσουμε τις δυνατότητές μας. 

Ασχέτως του κατά πόσο ισχύουν οι κατηγορίες για το παραδικαστικό και το Μάτι, και οι δύο αυτές περιπτώσεις έχουν ένα κοινό, εξαιρετικά ανησυχητικό χαρακτηριστικό. Δεν τρομάζουν κανέναν πολίτη που γνωρίζει, έστω και από απόσταση, τον τρόπο λειτουργίας του κράτους μας. Για παράδειγμα, στον φερόμενο διάλογο μεταξύ του πρώην αρχηγού της πυροσβεστικής και του αξιωματούχου που ερευνούσε τη αίτια της καταστροφής, αφήνονται υπονοούμενα για δυσμενή μετάθεση, άρνηση προαγωγών κλπ. Αυτά, ασχέτως του αν επιβεβαιωθούν ή όχι οι συνομιλίες, είναι γνώριμα σε όλους μας ως νοοτροπία. Στο στρατό, οι φαντάροι που είχαν γερό βύσμα απειλούσαν τους υπαξιωματικούς με μεταθέσεις στον Έβρο. Στις δημόσιες υπηρεσίες, η φράση “ξέρεις ποιος είμαι εγώ” έχει ειπωθεί τόσες πολλές φορές που θα μπορούσε να είναι μόνιμα αφισοκολλημμένη στους τοίχους. Η εικόνα είναι σαφής και γνώριμη λοιπόν. 
 
Κάθε φορά που εμφανίζεται ένα νέο τέτοιο σκάνδαλο η πορεία του, στις περισσότερες περιπτώσεις, είναι κι αυτή γνωστή. Γίνεται χαμός στα μέσα ενημέρωσης, τα πολιτικά κόμματα ανταλλάσσουν κατηγορίες, αναλαμβάνει η δικαιοσύνη και μετά από πολλά χρόνια το ζήτημα ξεχνιέται. Θεσμικά, στον τρόπο λειτουργίας του κράτους, της κυβέρνησης, της Βουλής, ή ακόμα και των φορέων που όλοι αυτοί επιβλέπουν, δεν αλλάζουν πολλά πράγματα. Και αυτό είναι το μεγάλο έγκλημα. 

Σήμερα, η Νέα Δημοκρατία για παράδειγμα έχει πολλά να κερδίσει από την εξιχνίαση αυτών των υποθέσεων. Όπως είχε και προηγουμένως ο ΣΥΡΙΖΑ. Όμως, πέρα από το κομματικό παιχνίδι, ο τρόπος λειτουργίας του κράτους μας έχει πολύ περισσότερες συνέπειες. Στο τέλος, από αυτόν μπορεί να κρίνονται και οι ζωές μας, οι ζωές των παιδιών μας και των αγαπημένων μας. Για το λόγο αυτό, καλό θα είναι να θυμόμαστε ότι δεν αρκεί να διερευνηθούν οι υποθέσεις αυτές εις βάθος. Ούτε και η καταδίκη των ενόχων (αν υπάρχουν) αρκεί. 

Αν στη χώρα μας μπόρεσε να στηθεί παραδικαστικό κύκλωμα και η κυβέρνηση είχε τη δυνατότητα να παρεμβαίνει στο έργο της δικαιοσύνης, ή αν όντως αυτά που γράφει η Καθημερινή για το Μάτι είναι αληθή και υπήρξαν τόσες οργανωτικές αποτυχίες κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς και ενορχηστρωμένες απόπειρες συγκάληψης μετά το καταστροφικό της πέρασμα, τότε μιλάμε για μία συστημική αποτυχία της δημοκρατίας και της πολιτείας μας. Αν ένα σύστημα, λοιπόν, παράγει τέτοιου είδους αποτελέσματα, αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται εκ θεμελίων αναδόμηση. Δεν είναι δηλαδή μία εξαίρεση που οφείλεται σε λανθασμένες επιλογές προσώπων αλλά μία δομική αδυναμία που θα τη βρίσκουν μπροστά τους οποιοιδήποτε αναλαμβάνουν τις εκάστοτε θέσεις εξουσίας μέχρι να διορθωθούν.
 
Αν δεν θέλουμε να ξαναζήσουμε παραδικαστικά κυκλώματα ή άλλο Μάτι, καλό θα είναι λοιπόν να μην αρκεστούμε στην απονομή της δικαιοσύνης αλλά να διορθώσουμε και το σύστημα.