Βαριοπούλες

Βαριοπούλες

Του Κυριάκου Αθανασιάδη

Είχα την ευκαιρία να μιλήσω το Σάββατο με στέλεχος μεγάλης αμερικανικής εταιρίας που δραστηριοποιείται σε μερικές δεκάδες χώρες. Ο τζίρος της δεν φτάνει ακριβώς το ΑΕΠ μας, αλλά υπερκαλύπτει αθροιστικά όλους τους μεγάλους φόρους που μας γονατίζουν. Αλλά δεν είναι το θέμα μου αυτό. Είναι οι επενδύσεις. Και γιατί δεν μπορούν να γίνουν. Μου έλεγε λοιπόν, πάνω-κάτω, τα εξής:

Ότι είναι πολύ σημαντικά όσα συναποφασίζουν τα κράτη και οι μεγάλοι οργανισμοί, οι «θεσμοί», για την οικονομία, τις μεταρρυθμίσεις, την ανάπτυξη και όλα αυτά. Πολύ σημαντικά. Και ότι οι εξαγόμενοι αριθμοί είναι σχεδόν ιεροί — σημαίνουν σχεδόν τα πάντα. Τόσο η φορολογία, τόσο τοις εκατό ανάπτυξη, τόσο τοις εκατό το ένα, τόσο το άλλο. Ιεροί. Με βάση αυτούς έρχονται οι επιχειρήσεις και, δραστηριοποιούμενες, μειώνουν την ανεργία, τρέχουν την οικονομία, ρίχνουν λεφτά στην αγορά και μένουν όλοι ευχαριστημένοι.

Αλλά σημαίνουν ΣΧΕΔΟΝ τα πάντα, επανέλαβε. Οι αριθμοί, εννοώ. Γιατί υπάρχει και κάτι άλλο.

Τον κοίταξα, περιμένοντας να μου το αποκαλύψει.

Ε, πώς, μου λέει. Έλληνας είσαι, έπρεπε να το είχες καταλάβει.

Δεν είμαι πολύ καλός Έλληνας, δικαιολογήθηκα, είμαι γνωστός εθνομηδενιστής, της σχολής Νίκου Δήμου.

Δεν έπιασε το αστειάκι, οπότε συνέχισε:

Είναι ο παράγων άνθρωπος, είπε. Γι' αυτό δεν μιλάτε εσείς όλη την ώρα;

Ποιος άνθρωπος; τον ρώτησα.

Ε τι ποιος, μου είπε. Ο Άνθρωπος. Αυτός που θα εργάζεται σε αυτές τις επιχειρήσεις. Στις ξένες. Στις πολυεθνικές. Στις κακές επιχειρήσεις που επενδύουν σε μικρά κράτη και κάνουν τις δουλειές τους εκεί, κερδίζοντας οι ίδιες, και αποφέροντας μεγάλα κέρδη και στις χώρες όπου εγκαθίστανται.

Και πάλι έδειξα ότι δεν καταλαβαίνω. Αν και είχα καταλάβει: απλώς εμείς οι εθνομηδενιστές είμαστε πολύ επιφυλακτικοί απέναντι στην ειρωνεία των τύπων με τα μεγάλα πορτοφόλια, ιδίως όταν ειρωνεύονται την πατρίδα μας. Περίεργα φρούτα οι εθνομηδενιστές.

Κοίτα, επανέλαβε. Ο άλλος έχει βγάλει ένα πολύ μεγάλο σχολείο.

Ποιος άλλος; ρώτησα.

Το χι στέλεχος, μου είπε. Αυτός που θα διοικήσει την εταιρία, μαζί με πέντ'-έξι άλλους. Έχουν βγάλει πολύ μεγάλα σχολεία όλοι τους. Ακριβά σχολεία. Χάρβαρντ, Οξφόρδη και ούτω καθεξής. Και έχουν χάσει πολλά χρόνια από τη ζωή τους για να φτάσουν εδώ που έφτασαν. Εντάξει, ας μην πω ότι τα έχουν χάσει. Ας πω ότι, για να φτάσουν εδώ που έφτασαν, έχουν επενδύσει ένα πολύ μεγάλο ποσοστό του χρόνου που θα μείνουν συνολικά στον πλανήτη μας.

Εξωγήινοι είναι; ρώτησα.

Δεν μου απάντησε. Δεν γέλασε με το αστειάκι μου.

Οπότε —συνέχισε— βλέπουν με πολύ μεγάλο σκεπτικισμό το ενδεχόμενο να πάνε και να εγκατασταθούν σε μία χώρα που δεν είναι του επιπέδου τους.

Δεν είναι του επιπέδου τους Η ΕΛΛΑΔΑ;! εξανέστην εγώ.

Μπα, μου λέει ο άλλος χωρίς να σηκώσει παλμό. Δεν είναι. γιατί να είναι; Λόγω ιστορίας; Θα αστειεύεσαι. Αυτά ίσχυαν τον 19ο αιώνα, και μόνο σε ένα τρομερά μικρό ποσοστό Ευρωπαίων. Βασικά, τα στελέχη που σου λέω είναι σαν να έχουν σπουδάσει μουσική σε ένα από τα καλύτερα ωδεία, από τα πιο φημισμένα του κόσμου, και να τους βάζεις να παίζουν μπουζούκι σε ένα από αυτά τα νυχτερινά κέντρα που έχετε.

Δεν νομίζω να υπάρχουν ακόμη πολλά τέτοια, είπα, ευχόμενος να μην πέφτω έξω.

Και σαν να τους πετάνε πιάτα στο κεφάλι, συνέχισε αυτός.

Δεν σπάμε πιάτα πια! φώναξα. Είναι παράνομο, εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Κανείς δεν το κάνει.

Με κοίταξε, σαν να με λυπόταν. Μπορεί και να με λυπόταν. Κι εγώ σιχαίνομαι να με λυπούνται, σφίγγω τις γροθιές μου.

Δεν μιλάμε για τα μπουζούκια εδώ, μου είπε. Μιλάμε για το περιβάλλον. Μιλάμε για την ασφάλεια. Μιλάμε για ανθρώπους — όχι για πακέτα χρημάτων, όχι για αριθμούς, όχι για δείκτες. Άνθρωποι βρίσκονται πίσω από όλα αυτά.

Μου έδειξε δεξιά και αριστερά.

Τι βλέπεις εδώ; μου είπε.

Κοίταξα. Ήμασταν σε ένα καφέ, σε ένα προάστιο της Πράγας.

Είναι ένα καφέ, είπα.

Όχι, μου είπε. Είναι μία φυσιολογική χώρα. Λίγο γκρίζα, λίγο βαρετή, λίγο φτωχή. Φυσιολογική δηλαδή. Και τι ΔΕΝ βλέπεις;

Τι δεν βλέπω;

Ο τύπος αναστέναξε.

Δεν βλέπεις αυτή τη μικρογραφία Βαγδάτης που είναι η δικιά σου χώρα, μου είπε.

Μικρογραφία Βαγδάτης;!

Αυτό πια παραπήγαινε.

Ακριβώς αυτό, είπε εκείνος. Αυτό που σου λέω. Και στ' αλήθεια, φίλε μου, λυπάμαι που το μαθαίνεις από μένα.

Κάπου εκεί χωρίσαμε. Δεν με είχε πείσει, ασφαλώς.

Αφού δούλεψα ένα δίωρο ακόμα, το βράδυ έπεσα για ύπνο, και η πρώτη είδηση που διάβασα το πρωί της Κυριακής, χθες, ήταν γι' αυτή την πολλοστή επίθεση του Ρουβίκωνα με βαριοπούλες σε μια επιχείρηση κάπου στην Αθήνα.