7ος χρόνος, ημέρα 2157η
Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2021

Αφγανιστάν: Το πείραμα της δημοκρατίας και το νέο χαλιφάτο

Τις τελευταίες ημέρες έχουμε δει και διαβάσει απίστευτα πράγματα, σχετικά με την πλήρη αποχώρηση των στρατιωτικών δυνάμεων των ΗΠΑ και των συμμάχων τους, από το Αφγανιστάν. Οι τραγικές φωτογραφίες των Αφγανών πολιτών που πέφτουν από τα αεροπλάνα και οι γελοίες φωτογραφίες των οπλισμένων Ταλιμπάν να παίζουν στο «λούνα παρκ» της Καμπούλ, εμφανίζονται δίπλα δίπλα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Οι θριαμβευτικές αναλύσεις για την «ήττα του ιμπεριαλισμού της Δύσης» στο Αφγανιστάν, συνοδεύονται από αιχμηρά άρθρα για την αποτυχία της προσπάθειας της Δύσης να βοηθήσει στην «εγκαθίδρυση Δημοκρατίας» στο Αφγανιστάν και από κριτική για την «εγκατάλειψη» των Αφγανών πολιτών στα χέρια των αιμοδιψών Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με τη μελέτη «Κόστος του Πολέμου» του Πανεπιστημίου Μπράουν των ΗΠΑ, κατά τη διάρκεια της τελευταίας εικοσαετίας, πάνω από 2,8 εκατομμύρια Αμερικανοί στρατιώτες βρέθηκαν να υπηρετούν σε διάφορες αποστολές στο Αφγανιστάν. Από αυτούς σκοτώθηκαν πάνω από 3.000. Παράλληλα, οι Αμερικανοί εκπαίδευσαν πάνω από 300.000 Αφγανούς στρατιώτες και στελέχη των δυνάμεων ασφαλείας, για να αντιμετωπίσουν τους περίπου 80.000 μαχητές Ταλιμπάν, με ένα κόστος που υπερέβη τα $80 δισ.

Αυτά τα $80 δισ. είναι ένα μικρό μόλις μέρος από τα τρισεκατομμύρια που δαπανήθηκαν στην προσπάθεια εδραίωσης της δημοκρατίας δυτικού τύπου στο Αφγανιστάν και ένα μικρό μόλις υποσύνολο των τουλάχιστον $2-3 τρισ. που θα απαιτηθεί να δαπανηθούν από το Υπουργείο Βετεράνων  της Αμερικανικής κυβέρνησης, για τη φροντίδα των Βετεράνων τόσο του Αφγανιστάν, όσο και του Ιράκ.

Τι κατάφεραν οι ΗΠΑ, στο Αφγανιστάν; Στρατιωτικά πέτυχαν να σκοτώσουν τον Μπιν Λάντεν το 2011, τον διάδοχο του Μουλά Ομάρ το 2013, τον  Χακιμουλά Μεσούντ επίσης το 2013 με drone και τον επόμενο αρχηγό των Ταλιμπάν Μουλά Μανσούρ το 2016, επίσης με επίθεση με drone.

Πολιτικά και κοινωνικά τι κατάφεραν;  Το 2019 το ποσοστό των Αφγανών που είχαν πρόσβαση στην ηλεκτρική ενέργεια ανερχόταν στο 97%, σε αντίθεση με το 2005 που ανερχόταν στο 25%. Το 32% των εφήβων κοριτσιών γνωρίζουν ανάγνωση και γραφή σε αντίθεση με την εποχή πριν από το 2001, που απαγορευόταν η πρόσβαση των κοριτσιών στα σχολεία. Τα ποσοστά βρεφικής θνησιμότητας μειώθηκαν στο μισό. Οι γυναίκες εντάχθηκαν σε σημαντικό βαθμό στην οικονομική ζωή των πόλεων.

Όμως πολιτικά απέτυχαν. Οι εκλογές του 2019 απέτυχαν παταγωδώς. Από τους 9,6 εκατ. εγγεγραμμένους, ψήφισαν τελικά μόλις 2,8 εκατ. εν μέσω δολοφονιών, τρομοκρατικών ενεργειών και κλίματος γενικευμένου φόβου. Από αυτά, το 1 εκατ. ψηφοδέλτια κρίθηκαν άκυρα. Η αλήθεια είναι ότι η ψήφος των Αφγανών ψηφοφόρων διοχετεύτηκε με χαρά στους υποψηφίους των Ταλιμπάν, των υποστηρικτών της «τζιχάντ» και των σκοταδιστών της «σαρία». 

Με δυο λόγια ο εκδημοκρατισμός στο Αφγανιστάν δεν περπάτησε διότι στην πλειοψηφία τους οι Αφγανοί εμφάνισαν συμπτώματα δυσανεξίας στα δυτικά πρότυπα, στα δικαιώματα των γυναικών και στις ελευθερίες. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι οι 300.000 Αφγανοί στρατιώτες και αστυνομικοί, που ήταν οπλισμένοι σαν αστακοί με σύγχρονα όπλα και οχήματα, παραδόθηκαν εν ριπή οφθαλμού, στους Ταλιμπάν με τον ελλιπή εξοπλισμό και τα αγροτικά ημιφορτηγά.   

Τα αποτελέσματα της συμφωνηθείσας αποχώρησης των ΗΠΑ και των συμμάχων τους, θα φανούν μέσα στα επόμενα χρόνια. Όπως θα φανούν και οι νέες σχέσεις που θα διαμορφωθούν ανάμεσα στο Αφγανιστάν και τους γείτονες του. Με την Κίνα, να διάκειται εχθρικά προς το Ισλάμ, αλλά να καλοβλέπει να κοιτάσματα των σπάνιων γαιών και λοιπών ορυκτών, όπως είναι λίθιο, το λανθάνιο, αλλά και ο χρυσός, ο άργυρος, ο ψευδάργυρος, ο υδράργυρος, ο σίδηρος, ο χαλκός, το νιόβιο, το κοβάλτιο και το μολυβδαίνιο. Σύμφωνα με μελέτη της AllianceBernstein, η αποτίμηση των σπάνιων γαιών του Αφγανιστάν, υπερβαίνει τα $3 τρισ. 

Με δεδομένο ότι η Κίνα κυριαρχεί στην εκμετάλλευση των σπάνιων γαιών στην Αφρική, δεν αποκλείεται, να υπάρξει σύγκλιση με τους Ταλιμπάν, καθώς η νέο χαλιφάτο στερείται πόρων και η οικονομική παραγωγή του Αφγανιστάν θα οδηγηθεί στην καταστροφή. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο, το γεγονός ότι τον περασμένο μήνα, και πολύ πριν οι Ταλιμπάν ξεκινήσουν την επέλαση τους προς την πρωτεύουσα, ο κινέζος υπουργός Εξωτερικών Γουάνγκ Γι συναντήθηκε στην κινεζική πόλη Τιεντζίν με αντιπροσωπεία των Ταλιμπάν υπό τον Μουλά Αμπντούλ Γκάνι Μπαραντάρ, με την Κίνα να διαμηνύει την πρόθεση της να βοηθήσεις στην ανοικοδόμηση του νέου χαλιφάτου, εντάσσοντας το όλο το έργο στο πακέτο του νέου σχεδίου «Belt and Road Initiative».

Τα σύνορα της Κίνας με το Αφγανιστάν είναι περιορισμένα και η «εξαγωγή ισλαμικής τρομοκρατίας», θα δυσκολεύεται. Όμως τα σύνορα του Αφγανιστάν, με τις πρώην κομμουνιστικές επαρχίες της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, είναι εκτεταμένα. Το Τουρκμενιστάν, το Ουζμπεκιστάν και το Τατζικιστάν, τα οποία έχουν απολυταρχικές κυβερνήσεις, κατοικούνται από λαούς που είναι καταπιεσμένοι από τα πρώην κομμουνιστικά καθεστώτα και από τα νυν διεφθαρμένα ολιγαρχικά καθεστώτα, με αποτέλεσμα να είναι επιρρεπείς προς το ριζοσπαστικό Ισλάμ. Δεν είναι άλλωστε τυχαία η αύξηση της Ρωσικής στρατιωτικής παρουσίας στα σύνορα τους, με το νέο χαλιφάτο.

Το Αφγανιστάν εξακολουθεί να παραμένει ο μεγαλύτερος παραγωγός οπίου στον κόσμο, παρά την 20ετή προσπάθεια των ΗΠΑ και των συμμάχων τους να καταστρέψουν τόσο τις καλλιέργειες όσο και τα εργαστήρια επεξεργασίας. Μια προσπάθεια, που κόστισε πάνω από $9 δισ. Παρ’ όλα αυτά, η καλλιέργεια παπαρούνας αυξήθηκε κατά 37% το 2020, με τους Ταλιμπάν να υποστηρίζουν ότι «το κίνημα ήθελε να αποφύγει τα ναρκωτικά και να αναβιώσει την οικονομία». Το όπιο παραμένει πηγή πλούτου, αλλά και εργαλείο εκβιασμού απέναντι στη Δύση.

Το γεωπολιτικό τρίγωνο που διαμορφώνεται με κορυφές την Τουρκία, το Κατάρ και το Αφγανιστάν, θα αποτελέσει ένα νέο πρόβλημα. Ο συνδυασμός των ανεξάντλητων κεφαλαίων από τη πλευρά του Κατάρ, του ισλαμικού φονταμενταλισμού από το χαλιφάτο του Αφγανιστάν και της στρατιωτικής και πολιτικής ισχύος της Τουρκίας, είναι επικίνδυνος. Το τέλος του διπολισμού ΗΠΑ – ΕΣΣΔ, ο οικονομικός και τεχνολογικός πόλεμος ΗΠΑ – Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και η ανάδυση νέων περιφερειακών δυνάμεων, αποτελούν τους κανόνες πάνω στους οποίους συνεχίζεται το παιχνίδι στην παγκόσμια σκακιέρα.