Airbnb: Πριν το ρυθμίσουμε να το συζητήσουμε

Airbnb: Πριν το ρυθμίσουμε να το συζητήσουμε

Της Βίβιαν Ευθυμιοπούλου

Κάθε φορά που μια συζήτηση για τη ρύθμιση του κοινωνικού μας βίου, του κοινού μας βίου, συναντήσει ένα θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα, δείχνει να παραλύει. Και πώς αλλιώς; Ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι έχει την εξουσία να ρυθμίσει θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα όπως, για παράδειγμα, αυτό της ιδιοκτησίας;

«Θα μου πει εμένα ο Χάρης Θεοχάρης, ο σοσιαλιστής, ο ΠΑΣΟΚος, αν θα κάνω Airbnb το σπίτι μου; Ένα σπίρτο θα ρίξω και θα το κάψω!» μου φώναζε το Σάββατο ένας φίλος στο τηλέφωνο.

Και ποιος θα διαφωνήσει με τη φράση: «Θα μου πει εμένα ο τάδε σοσιαλιστής τι θα κάνω την ιδιοκτησία μου;».

Όμως, πρόκειται στ'αλήθεια γιαυτό; Θέλει ο σοσιαλιστής Χάρης Θεοχάρης να αφαιρέσει από τους Έλληνες πολίτες το δικαίωμα να διαχειρίζονται την ιδιοκτησία τους;

Ωραία πονηριά, δεν λέω. Να επικαλούμαστε ένα ατομικό δικαίωμα για να σταματήσουμε κάθε συζήτηση για ένα θέμα που αφορά τη ρύθμιση του κοινού μας βίου.

Όχι. Η ρύθμιση για τα Airbnb δεν αφορά το δικαίωμα της διαχείρισης της ιδιοκτησίας. Η πολιτεία θέλει να ρυθμίσει όσα μπορείς να κάνεις άπαξ και αποφασίσεις να ασκήσεις το επάγγελμα του ξενοδόχου, επιχειρώντας να το κάνεις με όρους προνομιακότερους από τους ξενοδόχους. Χωρίς να έχεις επενδύσει τα ίδια χρήματα, χωρίς να έχεις το ίδιο κόστος και τους ίδιους περιορισμούς, χωρίς να έχεις πάρει τα ίδια ρίσκα.

Η αξίωση να παραβιάζονται οι κανόνες του ανταγωνισμού που ισχύουν σε μια ελεύθερη αγορά και μάλιστα στο όνομα της ελεύθερης αγοράς είναι απλώς παράλογη. Γιατί στην πραγματικότητα, όσοι βαφτίζουν τη συζήτηση, επαναλαμβάνω, τη συζήτηση, για την ανάγκη ρύθμισης του Airbnb «σοσιαλισμό» θέλουν να έχουν το δικαίωμα να απορρυθμίζουν μια αγορά και η πολιτεία να κάνει τα στραβά μάτια.

Ας είμαστε λοιπόν πρώτα απ'όλα ειλικρινείς κι ας συμφωνήσουμε πως η συζήτηση για το ενδεχόμενο ρύθμισης του Airbnb δεν αφορά το δικαίωμα της διαχείρισης της ατομικής ιδιοκτησίας αλλά αφορά τη φορολόγηση μιας υπηρεσίας και τον κίνδυνο απορρύθμισης του ξενοδοχειακού κλάδου. Περί αυτού λοιπόν πρόκειται, σε πρώτη φάση.

Από την άλλη πλευρά, αρκετοί αναφέρουν και τις συνέπειες που έχει το Airbnb στις τοπικές κοινωνίες με τον εκτοπισμό των ντόπιων κατοίκων από ολόκληρες γειτονιές και άλλα πολλά. 

Κι εδώ τα πράγματα δεν είναι μονοσήμαντα και σίγουρα όχι όσο τραγικά θέλουν να τα παρουσιάσουν κάποιοι.


Καταρχάς αυτές οι «ολόκληρες γειτονιές» που μετατρέπονται σε απέραντα ενοικιαζόμενα διαμερίσματα πόσες ακριβώς είναι; Μία, δύο, τρεις, πέντε, εκατόν πενήντα; Γιατί έχει πολύ μεγάλη διαφορά να μιλάμε για τρεις γειτονιές της Αθήνας γύρω από την Ακρόπολη κι άλλο για τη μισή πόλη. Έτσι δεν είναι;

Για τα νησιά, πάλι; Ακούμε για τη Σαντορίνη ή τη Μύκονο όπου δεν μπορούν να βρουν σπίτι για να μείνουν όσοι εργάζονται εκεί. «Τι θα κάνουν οι γιατροί και οι δάσκαλοι», φωνάζουν κάποιοι.  Ας γίνουμε λίγο σοβαροί. Πρόκειται για πλούσια νησιά οι δημοι των οποίων έχουν τη δυνατότητα να αγοράσουν ή να χτίσουν δικά τους ακίνητα για να στεγάζουν τους γιατρούς και τους δασκάλους και όσους προσφέρουν στο νησί κάποιου είδους λειτούργημα.  Ο δάσκαλος δεν χρειάζεται να έχει σπίτι με θέα στο Φηροστεφάνι και να παραπονιέται ότι εκεί όλα τα ενοικιαζόμενα είναι ακριβά. Μην τρελαθούμε κιόλας! Κι εγώ αν επιλέξω τη Σαντορίνη για διακοπές, η θέα στο Φηροστεφάνι δεν είναι για το βαλάντιό μου, πρέπει να επέμβει το κράτος σε αυτό;

Κάθε περιοχή της Ελλάδας δεν είναι η ίδια. Οπότε δεν μπορούμε να μιλάμε για μια συνολική ρύθμιση αλλά να δούμε τις περιοχές κατά περίπτωση. 

Για να μείνεις απέναντι από την Ακρόπολη πρέπει να βρεις κάποιον να σου νοικιάσει ή να σου πουλήσει ένα σπίτι απέναντι από την Ακρόπολη. Πάντα έτσι ήταν κι έτσι παραμένει. Η γκρίνια «δεν βρίσκω σπίτι απέναντι από την Ακρόπολη γιατί όλα έχουν γίνει Airbnb», δεν μας συγκινεί.

Δύο είναι βασικά ζητήματα λοιπόν που πρέπει να συζητήσουμε.

Ο κίνδυνος απορρύθμισης του ξενοδοχειακού κλάδου και ο τρόπος φορολόγησης των εσόδων από αυτή τη δραστηριότητα και δεύτερον η ανάγκη εξέτασης του ζητήματος αυστηρά κατά περίπτωση και κατά περιοχή.

Άρχισε ο καυγάς χωρίς να ξέρουμε για ποιο πράγμα, ακριβώς, καυγαδίζουμε, τι περιλαμβάνουν οι ρυθμίσεις αν υποθέσουμε ότι υπάρχει η πρόθεση να γίνουν, ενώ το θέμα μας είναι να ξεκινήσουμε να συζητάμε το πρόβλημα.

Δεν ξέρω για εσάς αλλά εγώ πάντα πίστευα ότι μόνο στα σοσιαλιστικά καθεστώτα δεν επιτρέπουν σε κάποιον να ανοίξει μια συζήτηση…

Υ.Γ. Για την επικοινωνιακή διαχείριση του ζητήματος από την κυβέρνηση, τι να πούμε; «Βάλαμε τα χεράκια μας και βγάλαμε τα ματάκια μας». Κανένα άλλο σχόλιο.