Artnews

Gilbert & George: «Ήμασταν πάντοτε ενάντια στο σύστημα της τέχνης»

2018-01-11 16:16:00

© Habs Photography/Τα Νέα της Τέχνης 2018

Συνέντευξη στην Αννίτα Αποστολάκη

Πολύ πριν την εμφάνιση των YBAs, τα enfant terribles της βρετανικής καλλιτεχνικής σκηνής ήταν οι Gilbert & George. Ο Gilbert Prousch συνάντησε τον George Passmore στις 26 Σεπτεμβρίου 1967 στο Saint Martin’s School of Art στο Λονδίνο και έκτοτε οι δυο τους πορεύονται μαζί, τροφοδοτώντας ο ένας τις ιδέες του άλλου και κάνοντας έργα σε πλήρη σύμπνοια. Πριν λίγους μήνες γιόρτασαν τον αδαμάντινο ιωβηλαίο αυτής της δημιουργικής πορείας, ο οποίος συνέπεσε με τη σειρά έργων τους «The Beard Pictures». Η σειρά περιλαμβάνει 172 έργα, δεκατρία από τα οποία παρουσιάζονται από σήμερα το απόγευμα αποκλειστικά στην Αθήνα, στην έκτη έκθεση των Gilbert & George στην γκαλερί Bernier/Eliades.

Χθες, μάλιστα, έδωσαν και μια απολαυστική ομιλία για το έργο τους στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος (ΚΠΙΣΝ), απαντώντας σε ερωτήσεις του συγγραφέα και επί μακρόν φίλου τους Michael Bracewell, ο οποίος έχει εκδώσει και το βιβλίο What is Gilbert & George? Το αξιαγάπητο καλλιτεχνικό δίδυμο μας έδωσε μια πολύ καλή ιδέα για το ξεκίνημα της καριέρας του, την εξέλιξη του έργου του και τις πηγές έμπνευσής του. Υπάρχουν, όμως, τόσα πολλά για να συζητήσει κανείς με δύο ζωντανούς θρύλους που ποτέ δεν μπήκαν σε καλούπια και πάντοτε δημιουργούσαν με το δικό τους, χαρακτηριστικό καλλιτεχνικό ιδίωμα.

Γι’ αυτό, η συνέντευξη που παραχώρησαν οι Gilbert & George σήμερα το πρωί στα Νέα της Τέχνης αποτελεί ουσιαστικά μια συνέχεια της συζήτησης που ξεκίνησε το προηγούμενο βράδυ.

Δύο σώματα = Ένα άγαλμα

Μέσα σε λίγα μόλις χρόνια, ήδη από το 1971, οι Gilbert & George ήταν γνωστοί στο κοινό ως «singing sculptures»: ως ζωντανά, δηλαδή, αγάλματατα που τραγουδούσαν και μιλούσαν στο κοινό. Παρόλο που για πολλούς αυτά τα πρώιμα έργα τοποθετούνται στις απαρχές της περφόρμανς και παρόλο που και οι ίδιοι λένε ότι προήλθε από το έργο τους, μου λένε ότι δε χρησιμοποιούν «ποτέ τη λέξη από π» (σ.σ. περφόρμανς) γι' αυτά τα έργα:

«Εμείς ξεκινήσαμε από τη γλυπτική -αυτή ήταν η εκπαίδευσή μας. Αισθανόμασταν ότι, ως άνθρωποι, η ανθρωπότητα πρέπει να είναι στο επίκεντρο της τέχνης μας. Μας ενδιαφέρει το είδος της ζωής που βρίσκεται μπροστά μας. Έτσι, βάλαμε τους εαυτούς μας στα έργα μας και γίναμε αυτό: ζωντανή γλυπτική που κρατά για πάντα. Ακόμη και τώρα αισθανόμαστε ότι δεν απομακρυνθήκαμε ποτέ από αυτήν την αρχική ιδέα και ότι εξακολουθούμε να είμαστε αυτό -παρόλο που δεν τραγουδάμε.»

Με το έργο τους, μίλησαν για σεξ, για πολιτική, για τους νέους ανθρώπους, για τον τρόπο που διασκεδάζουν, που ντύνονται, για τη μοναξιά τους, για την ομοφυλοφιλία... Όλα αυτά που ένιωθαν οι ίδιοι ότι ήταν και δεν έβλεπαν να εκπροσωπούνται από την τέχνη της εποχής τους. Μια «συναισθηματική τέχνη», όπως την αποκαλούν.

© Habs Photography/Τα Νέα της Τέχνης 2018

Οι δυο τους ενάντια στο σύστημα

Εάν αναλογιστεί κανείς το μινιμαλιστικό κλίμα που επικρατούσε εκείνη την εποχή στις σχολές καλών τεχνών και πόσο απέχουν τα έργα τους από αυτό, δεν μπορώ να μη σκεφτώ πόσο απόκληροι, πόσο outsiders ένιωθαν στο ξεκίνημα της καριέρας τους, αλλά και πώς αυτό τροφοδότησε το έργο τους. «Νιώθαμε πολύ μόνοι μας στη σχολή», παραδέχεται ο Gilbert. «Αλλά νομίζω πως το ότι ήμασταν εμείς ενάντια στον εχθρό ήταν αυτό που ουσιαστικά μας δημιούργησε. Ο Όρσον Γουέλς έλεγε "να διαλέγεις προσεκτικά τους εχθρούς σου" και, από αυτήν την άποψη, είχαμε πολλή βοήθεια από τους εχθρούς μας», συμπληρώνει ο George.

«Το 1969 όλοι μας έλεγαν: "α, πολύ ενδιαφέρον αυτό που κάνετε, αλλά φυσικά, δε θα μείνει." Αυτό νόμιζαν όλοι, επειδή ήταν υπερβολικά περίεργο και διαφορετικό για την εποχή. Οι διανοούμενοι μας ασκούσαν ασταμάτητα κριτική για τα θέματα των έργων μας: τους νέους, το ποτό, το σεξ -ειδικά στη σειρά Scapegoating Pictures. Αισθανόμασταν πάντοτε ότι δεχόμασταν επίθεση. Τελικά εκείνοι ήταν που δεν έμειναν.»

Τώρα πλέον η περφόρμανς έχει καθιερωθεί ως μορφή τέχνης και εκπροσωπείται ευρέως με δρώμενα σε κέντρα τέχνης παγκοσμίως. Οι Gilbert & George, όμως, θεωρούν ότι, παρά την αναβίωσή της, είναι πολύ περιορισμένη. Επιπλέον, όπως σχολιάζει ο George, «η περφόρμανς αποξενώνει τους λιγότερο εκπαιδευμένους ανθρώπους από την τέχνη». Μάλλον την κατατάσσουν στο 92% της τέχνης που κάνει το κοινό να αισθάνεται αποκομμένο από αυτήν, όπως είπαν χθες στο ΚΠΙΣΝ.

Ο Gilbert λέει ότι ενσωμάτωσαν το λόγο και το τραγούδι στα έργα τους, γιατί αισθάνονταν ότι διαφορετικά θα ήταν βαρετό. «Θέλαμε να μεταδώσουμε μηνύματα μέσα από την τέχνη μας.» Όπως είπαν και στο ΚΠΙΣΝ, είχαν πάντοτε μια πολύ ξεκάθαρη ιδέα του ποιοι ήταν και τι ήθελαν να μεταδώσουν μέσα από τα έργα τους. Κάτι που, όντως, κατάφεραν, μιας και είναι ιστορικά καταγεγραμμένος ο έντονος αντίκτυπος που είχαν στο κοινό τα Singing sculptures. Κάπως έτσι προέκυψε και η ενσωμάτωση λέξεων στα έργα τους, με πρόσφατο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη σειρά «Fuckosophy».

(Μας ρώτησαν πώς θα το λέγαμε στα ελληνικά και τους είπαμε «Γαμωσοφία». Είναι, άραγε, δόκιμο; Τους άρεσε το πώς ακούγεται πάντως.)

© Habs Photography/Τα Νέα της Τέχνης 2018

Η επιλογή τους να ξεκινήσουν ως ζωντανά αγάλματα προέκυψε, όμως, όπως είπαν στο ΚΠΙΣΝ, και από τα περιορισμένα μέσα με τα οποία τους επέτρεπε να δημιουργήσουν η οικονομική κατάσταση της εργατικής τάξης από την οποία προέρχονταν. Δεδομένου του πόσο δύσκολο έχει γίνει για τους καλλιτέχνες να ζήσουν ακόμη και σε μεγάλα κέντρα της τέχνης, όπως το Λονδίνο, τους ρωτώ τι θα έκαναν αν ξεκινούσαν σήμερα την καριέρα τους στην πόλη. Διατηρούν μια αισιόδοξη στάση:

«Και στην εποχή μας ήταν δύσκολα, αλλά από άλλη σκοπιά. Υπήρχαν ελάχιστες γκαλερί για σύγχρονη τέχνη στην Ευρώπη τότε -στο Λονδίνο υπήρχε μόνο μία! Σήμερα υπάρχουν τόσες πολλές γκαλερί. Ο κόσμος της τέχνης έχει γίνει τεράστιος και τα νέα παιδιά έχουν πολλές παραπάνω δυνατότητες για να προβάλλουν το έργο τους. Υπάρχει, όμως, και μεγάλος ανταγωνισμός. Μοιάζει σα να πρέπει να είσαι προκλητικός σε ένα πρωτοφανές επίπεδο για να ξεχωρίσεις σήμερα.»

Και τι λένε οι Gilbert & George για τα εμπόδια που μπορεί να συναντήσουν οι νέοι καλλιτέχνες μέσα στο χώρο της τέχνης (βλ. αρνητικές κριτικές); Αρχικά μου δίνουν μια προβοκατόρικη απάντηση, ανακαλώντας ένα ρητό κάποιου συγγραφέα των αρχών του προηγούμενου αιώνα: «Το να ρωτάς τους καλλιτέχνες τι πιστεύουν για τους κριτικούς είναι σα να ρωτάς τ τους φανοστάτες τι πιστεύουν για τους σκύλους». Σε ένα πιο σοβαρό τόνο, βέβαια, δεν αρνούνται τη σημασία του ρόλου του κριτικού τέχνης, η θέση του οποίου, όπως λέει και ο φίλος τους ο Michael Bracewell είναι «να εμβαθύνει στα μυστήρια της τέχνης».

Αλλά ξεκαθαρίζουν: «Εμείς ήμασταν πάντοτε ενάντια στο σύστημα της τέχνης. Έχουμε ένα τεράστιο αρχείο από τις αναφορές στον τύπο για τις εκθέσεις μας από την αρχή της καριέρας μας. Πολλές από αυτές, ίσως οι περισσότερες τότε, ήταν αρνητικές. Μετά από λίγο καιρό, όμως, κανείς δεν τα θυμάται αυτά.»

Αυτό που φρόντιζαν, βέβαια, να κάνουν πάντοτε, όπως μου λένε, είναι να ενημερώνουν τους πάντες για τις εκθέσεις τους. Πρόσεχαν ανέκαθεν πάρα πολύ τις προσκλήσεις και τους καταλόγους τους. Ήθελαν να έχουν ένα οπτικό ερέθισμα και να δελεάζουν τους παραλήπτες, έτσι ώστε να επεξεργαστούν το υλικό και να μην το παραπετάξουν.

(Να μια καλή συμβουλή!)

© Habs Photography/Τα Νέα της Τέχνης 2018

Η δύναμη της εικόνας

Πιστεύουν πολύ στη δύναμη της εικόνας. «Μία και μόνο εικόνα μπορεί να έχει απίστευτη δύναμη. Μπορείς να παρουσιάσεις τόσα θέματα και μοτίβα μέσα σε μία μόνο εικόνα. Μπορεί να προκαλέσει τη σκέψη σου σε τόσα πολλά επίπεδα», μου λένε. Όπως είπαν στο κοινό στο ΚΠΙΣΝ, οι εικόνες μπορούν να βγάλουν από τους θεατές αυτό που έχουν μέσα τους.

Έμπνευση βρίσκουν στο οτιδήποτε μπορεί να συναντήσουν βγαίνοντας από την πόρτα τους στο δρόμο το πρωί. Μένουν εδώ και τέσσερις δεκαετίες στο Ανατολικό Λονδίνο, μια από τις πιο ραγδαία αναπτυσσόμενες μεριές της πόλης. Ενώ στο ΚΠΙΣΝ μίλησαν με ενθουσιασμό για το χωνευτήρι πολιτισμών, θρησκειών και διαφορετικών τάξεων (εργατών και τραπεζιτών) που έχει γίνει, όταν τους ρωτάω πόσο έχουν δει την περιοχή να αλλάζει όλα αυτά τα χρόνια, παίρνω μια διαφορετική απάντηση:

«Τα τελευταία πέντε χρόνια έχει υπάρξει μια μεγάλη αλλαγή στο Ανατολικό Λονδίνο. Βλέπεις παντού γυναίκες να κυκλοφορούν με μπούρκα, σε βαθμό που δε θα το συναντήσεις ούτε στο Μπανγκλαντές. Έχεις κάπου την αίσθηση ότι με αυτόν τον τρόπο θέλουν να διαχωρίσουν τους εαυτούς τους από όλους εμάς τους υπόλοιπους, τους κακούς λευκούς.»

Ενδιαφέρον, αν σκεφτεί κανείς ότι η σειρά «The Beard Pictures» είναι εμπνευσμένη, όπως είπαν στο ΚΠΙΣΝ, από τις γενειάδες που έβλεπαν στα απελπισμένα πρόσωπα των μεταναστών, τα οποία έβλεπαν στις ειδήσεις να κοιτάζουν μέσα από συρματοπλέγματα. Τους βλέπω προβληματισμένους και δεν μπορώ να μην το σχολιάσω. «Ναι, γιατί πρόκειται για μια απολυταρχική θρησκεία. Στη Δύση μπορούμε να βρίζουμε πολιτικούς, να βρίζουμε τα θεία και έχουμε την ελευθερία να το κάνουμε και να μην έχουμε σοβαρές επιπτώσεις για αυτό. Αν τολμήσει κανείς, όμως, να βρίσει τον Αλλάχ, πλέον διατρέχει σοβαρό κίνδυνο για τη σωματική του ακεραιότητα.»

Δεν είναι, όμως, απαισιόδοξοι: «Πιστεύουμε ότι όλο αυτό θα αλλάξει όταν οι νέοι άνθρωποι σε χώρες όπως το Ιράν απαλλάξουν τους εαυτούς τους από το δόγμα της θρησκείας. Στην αρχή θα τους φυλακίσουν. Αλλά όταν βάλουν πολλούς στη φυλακή, τότε θα ξεκινήσει σιγά σιγά η αλλαγή.» Πιστεύουν πολύ στον πολιτισμό ως τη δύναμη που εξελίσσει την κοινωνίας μας -παρόλο που οι ίδιοι πάνε σε ελάχιστα πολιτιστικά δρώμενα, όπως παραδέχτηκαν στο ΚΠΙΣΝ. 

© Habs Photography/Τα Νέα της Τέχνης 2018

«Απαγορεύστε τη Θρησκεία - Αποποινικοποιήστε το Σεξ»

Το θέμα της θρησκείας είναι κάτι που τους απασχολεί πολύ. «Υπάρχουν κορίτσια στη Λατινική Αμερική που αυτοκτονούν επειδή μένουν έγκυοι εκτός γάμου και αυτό η καθολική εκκλησία το θεωρεί αμάρτημα. Αγόρια που τρώνε ξύλο επειδή επισκέφθηκαν μια φορά ένα γκέι μπαρ. Υπάρχουν τόσοι άνθρωποι στον κόσμο που υποφέρουν λόγω της θρησκείας. Γι' αυτό, απαγορεύστε τη θρησκεία! Αποποινικοποιήστε το σεξ!» Βέβαια, όπως μου λένε, έχουν συναντήσει και εξαιρετικές περιπτώσεις ανθρώπων της εκκλησίας που νοιάζονταν πραγματικά για το καλό του ποιμνίου τους και όχι για το δόγμα. Συμφωνούμε ότι ο κόσμος θα ήταν πολύ καλύτερος αν η πλειοψηφία ήταν έτσι.

Δεν έχουμε προχωρήσει, δηλαδή, και τόσο ως κοινωνία από τα τέλη της δεκαετίας του '60; «Ω όχι, έχουμε προχωρήσει και, μάλιστα, πολύ. Είμαστε απίστευτα προνομιούχοι στην εποχή μας. Αλλά υπάρχει ακόμη μεγάλο περιθώριο για βελτίωση. Ειδικά όταν παρατηρείται τέτοια άνοδος του φονταμενταλισμού σε όλο τον κόσμο.»

Γιατί πιστεύουν ότι ο κόσμος έχει την τάση να κρίνει τόσο πολύ τους άλλους; «Γιατί όταν ντύνεσαι, δημιουργείς μια εικόνα, την οποία κρίνει ο άλλος. Και πάντοτε λέγαμε ότι η μεσαία, φιλελεύθερη τάξη είναι πολύ αρνητική, διότι οι άνθρωποι που ανήκουν σε αυτήν θέλουν όλοι να συμπεριφέρονται όπως εκείνοι. Εάν δεν ταιριάζεις με το οικοδόμημά τους, σε πετούν έξω. Τους βλέπεις να βγάζουν μακροσκελείς λόγους στην τηλεόραση για τους μετανάστες, αλλά στην πραγματικότητα, οι μετανάστες δεν τους ενδιαφέρουν καθόλου. Δε θα τους ήθελαν στη διπλανή τους πόρτα.»

Σημείο των καιρών, άλλωστε, το Brexit, σχολιάζω. Με αντικρούουν: «Το Brexit δεν έχει σχέση με τον εθνικισμό. Απλώς οι Βρετανοί έχουν μια καταπληκτική δημοκρατία και δε θέλουν να έχουν καμία σχέση με τις δικτατορικές τάσεις επιβολής της Ευρώπης. Δεν είχαμε δικτάτορα από την εποχή του Κρόμγουελ.»

Oh, what a British thing to say, σκέφτομαι. Ταιριάζει και με τον άκρως βρετανικό καιρό της ημέρας. Όπως και με το ρυθμό του «Underneath the Arches» που μας τραγούδησαν χθες στο ΚΠΙΣΝ και έχει μείνει στο μυαλό μου...

 

Gilbert & George, The Beard Pictures, Γκαλερί Bernier-Eliades, 11 Ιανουαρίου - 22 Φεβρουαρίου 2018