Artnews

Πώς οι γκαλερί στηρίζουν τους καλλιτέχνες τους

2017-06-08 18:35:00

Jack Shainman Gallery, Chelsea © Jack Shainman Gallery

Της Anna Louie Sussman

Ένας τακτικός αναγνώστης των νέων έχει δει πιθανότατα τίτλους ειδήσεων για μια έκθεση του Damien Hirst, για μια τιμή ρεκόρ που έπιασε ένα γλυπτό του Jeff Koons ή ένα νέο έργο τέχνης του δρόμου από τον Banksy. Και υπάρχει και κάποια ορατότητα για τα σημαντικά γεγονότα στην πορεία ενός καλλιτέχνη: ομαδικές και ατομικές εκθέσεις σε γκαλερί, εκτίμηση τιμών και μια καλή εμφάνιση σε δημοπρασίες και, τελικά, η συμμετοχή σε έκθεση μουσείου ή συλλογή.

Αυτό που είναι λιγότερο άμεσα ορατό στον ευρύτερο κόσμο είναι ο ρόλος που παίζουν οι γκαλερί και πώς εγκαθιδρύεται η ίδια η γκαλερί. Υπάρχουν μερικοί που αποκαλούνται μεγαλέμποροι, των οποίων τα ονόματα μπορεί να είναι γνωστά ακόμη και σε όσους βρίσκονται στο περιθώριο του κόσμου της τέχνης, όπως Gagosian, Hauser & Wirth, Pace και David Zwirner μεταξύ άλλων. Αλλά οι γκαλερί είναι ακόμη η καρδιά του κόσμου της τέχνης, ο μηχανισμός μέσω του οποίου πολλοί καλλιτέχνες βρίσκουν το δρόμο τους προς τα ιδρύματα, τις μεγάλες συλλογές του κόσμου, ή έστω τα σπίτια των ανθρώπων που αγαπούν τη δουλειά τους.

Οι γκαλερί έχουν πολλαπλούς ρόλους, τόσο ορατούς όσο και αόρατους: να εκκολάπτουν και να υποστηρίζουν τους καλλιτέχνες τους, συχνά πηγαίνοντας πέρα από το συνηθισμένο έργο της διοργάνωσης εκθέσεων, της προώθησης των καλλιτεχνών τους και της πώλησης των έργων, και της παροχής υπηρεσιών όπως η οικονομική διαχείριση ή η έκδοση βιβλίων, προκειμένου να βοηθήσουν τους καλλιτέχνες τους να επικεντρωθούν περισσότερο στο έργο τους.

«Υπάρχουν αυτά που βλέπετε στην γκαλερί μας που βρίσκονται μπροστά στη σκηνή, τα οποία είναι προφανώς οι εκθέσεις, οι εκδόσεις που κάνουμε, και έπειτα υπάρχουν αυτά που βρίσκονται πίσω από τη σκηνή, τα οποία θα μπορούσαν να είναι τα πάντα, από συνεργασία με τους καλλιτέχνες για τα αρχεία τους ή έρευνα για χρόνια για μια έκθεση ή ίσως και έρευνα για έργα τέχνης που πέρασαν από τη γκαλερί ως δευτερογενής αγορά», λέει η Julia Joern, συνέταιρος του David Zwirner.

Οι γκαλερί έχουν όλες τις ηλικίες, τα σχήματα και τα μεγέθη. Στην αναφορά της Art Basel και της UBS "Art Market | 2017" υπολογίζεται ότι το 2016 υπήρχαν περίπου 296.000 έμποροι και επιχειρήσεις γκαλερί. Κάτι λιγότερο από 40% από αυτές είχαν ετήσιες πωλήσεις λιγότερες από 500.000 δολάρια, ενώ ένα αντίστοιχο ποσοστό είχε πωλήσεις συνολικού ύψους μεταξύ 1 εκατομμυρίου και 10 εκατομμυρίων δολαρίων. Σχεδόν τα δύο τρίτα όλων των γκαλερί απασχολούσαν πέντε ή λιγότερα άτομα και μόνο το 4% είχε 20 ή περισσότερους υπαλλήλους.

Ανεξάρτητα από το μέγεθος της γκαλερί, ο πυρήνας της ταυτότητάς της είναι το «πρόγραμμά» της. Ο όρος γενικά αναφέρεται στη λίστα των καλλιτεχνών που εκπροσωπεί μια γκαλερί, αλλά μπορεί επίσης να περιγράφει ένα εννοιολογικό πλαίσιο ή την περιοχή εστίασης της λίστα, καθώς και άλλες δραστηριότητες όπως συνεργασίες με άλλες γκαλερί, επιτελέσεις (περφόρμανς) και διαλέξεις ή εμφανίσεις σε φουάρ. Οι περισσότεροι θα τονίσουν ότι πρωταρχικός ρόλος τους είναι να διευκολύνουν την παραγωγή σπουδαίου έργου από τους καλλιτέχνες τους, με κάθε τρόπο που μπορούν.

Μιλήσαμε με εκπροσώπους από τρεις γκαλερί διαφορετικού μεγέθους και ηλικίας, αναγνωρισμένες για τα δυνατά τους προγράμματα, για να μάθουμε περισσότερα για το πώς οι γκαλερί εξυπηρετούν τους καλλιτέχνες τους, πώς εξελίσσονται ως ιδρύματα από μόνα τους και τι σημαίνει για αυτούς το να πετύχουν.

Night Gallery

Η Night Gallery ξεκίνησε το 2010 ανάμεσα σε ένα mall στη συνοικία Lincoln Heights του Λος Άντζελες και έκτοτε έχει μετακομίσει σε περίπου 540 τ.μ. που εκτίνονται σε δύο χώρους στο γεμάτο γκαλερί κέντρο της πόλης. Η ιδρυτής και καλλιτέχνης Davida Nemeroff άνοιξε αρχικά την γκαλερί με μια μια λίστα συνομήλικών της καλλιτεχνών, και συμφοιτητών της στο μεταπτυχιακό στις Καλές Τέχνες στο Πανεπιστήμιο Columbia, των οποίων το κοινό γνώρισμα, λέει, είναι μια οπτική γλώσσα που αναφέρει ή επικρίνει δημοφιλή πράγματα. Παρόλο που δεν είναι απαραίτητα εμφανές σε κάθε έργο, η ίδια το βλέπει στο έργο της Rose Marcus, το οποίο περιλαμβάνει συχνά φωτογραφίες των ορόσημων ή εικόνων της Νέας Υόρκης, ή στις σημάνσεις που μερικές φορές εμφανίζονται στους παραστατικούς πίνακες της Mira Dancy.

Tις πρώτες μέρες, η Nemeroff και η πρώην συνεταίρος της Mieke Marple είχαν ένα μετριοπαθή στόχο: να είναι σε θέση να προσλάβουν ένα βοηθό στην γκαλερί. Παρόλο που η Marple δεν είναι πλέον στην γκαλερί, η Nemeroff έχει προσωπικό 4 ατόμων πλήρους απασχόλησης (μη συμπεριλαμβανομένου του εαυτού της), γεγονός που της επιτρέπει να αφιερώνει περισσότερο χρόνο εκτός της γκαλερί, συμπεριλαμβανομένων περίπου 20 ωρών την εβδομάδα σε επισκέψεις στούντιο με τους καλλιτέχνες της, καθώς και άλλους που δεν εκπροσωπεί. Θεωρεί επίσης ότι ο ρόλος της είναι να εξασφαλίζει ότι οι καλλιτέχνες της κάνουν συνεχώς δουλειά με την οποία είναι ενθουσιασμένοι, και ιδανικά επιτυγχάνουν «σημαντική πρόοδο».

Αφιερώνει, επίσης, πολύ χρόνο στο να ταξιδεύει και να υποστηρίζει τους καλλιτέχνες προσωπικά, πηγαίνοντας σε εγκαίνια και εκθέσεις σε άλλες πόλεις, όπως στο Winnipeg του Καναδά και στο Durham της Βόρειας Καρολίνας. Ειδικά για μια νέα γκαλερί, η συνεργασία με άλλες γκαλερί είναι «τεράστιας σημασίας», λέει, γιατί βοηθά στη δημιουργία ενός «δικτύου στήριξης πολλών πόλεων» για τους καλλιτέχνες της. Είναι, επίσης, μέρος του ρόλου της να λειτουργεί ως μεσάζοντας μεταξύ των καλλιτεχνών της και του ευρύτερη κριτικού διαλόγου.

«Ένα από τα δυνατά σημεία κάθε σπουδαίου γκαλερίστα είναι να γνωρίζει πραγματικά τι συμβαίνει στη σκηνή και στη συζήτηση», λέει η Nemeroff. «Το να το γνωρίζεις αυτό θα βοηθήσει επίσης τους καλλιτέχνες σου να είναι μέρος αυτής της συζήτησης και να ηγηθούν της συζήτησης.»

Βλέπει, επίσης, περισσότερες αποδείξεις ότι η ίδια και η ομάδα της κάνουν κάτι σωστά: περισσότερες εκθέσεις που ξεπουλάνε, περισσότερες τοποθετήσεις των καλλιτεχνών της σε δημόσιες συλλογές και αναγνωρισμένες ιδιωτικές συλλογές, και η αποδοχή σε υψηλού επιπέδου φουάρ τέχνης. Αυτές όλες είναι οι διαβεβαιώσεις ότι η Night Gallery πλέον «θεωρείται μια σοβαρή γκαλερί, και όχι μόνο μια κουλ γκαλερί για πάρτι», λέει. Αλλά παρόλο που απολαμβάνει αυτό που έχουν καταφέρει μαζί με την ομάδα της, ξέρει ότι υπάρχουν πολλά ακόμα να κάνει.

«Είναι μια μάχη», λέει. «Είμαι της νοοτροπίας ότι θα μπορούσαμε πάντοτε να είμαστε καλύτερα και θα μπορούσαμε πάντοτε να κάνουμε περισσότερα και θα  μπορούσαμε πάντοτε να πουλάμε περισσότερα.»

Jack Shainman Gallery

Ο Jack Shainman έχει κερδίσει τη φήμη του εκπροσώπου καλλιτεχνών των οποίων τα έργα παραβλέφθηκαν αρχικά από γκαλερί και μουσεία, αλλά που ο ίδιος μπορεί να δει τις δυνατότητές τους. Εντυπωσιάστηκε από νωρίς από τα περίπλοκα γλυπτά με καπάκια του καλλιτέχνη από την Γκάνα El Anatsui (ένα από αυτά κρέμεται στο Metropolitan Museum of Art στην αφρικανική του αίθουσα), τις απεικονίσεις σκηνών της καθημερινής ζωής Αφρικανών-Αμερικανών από το ζωγράφο Kerry James Marshall, ο οποίος ήταν το θέμα μιας πρόσφατης αναδρομικής στo Met Breuer, τη φωτογραφία του καλλιτέχνη από το Μάλι Malick Sidibé και άλλα ταλέντα, όπως οι Carrie Mae Weems, Hayv Kahraman και Leslie Wayne. Η ανώτατη διευθύντρια Tamsen Greene λέει ότι ένα πράγμα ενώνει τους καλλιτέχνες, στα μάτια του Shainman: «Όλοι παράγουν εξαιρετικό και καινοτόμο έργο που δε μοιάζει με τίποτα απ' όσα έχουμε δει ως τώρα.»

Βοηθώντας τους καλλιτέχνες τους να συνειδητοποιήσουν τους στόχους τους βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να σημαίνει την απόρριψη ευκαιριών για την επίτευξη στόχων μεγαλύτερου εύρους, λέει ο Shainman. Η αποδοχή από τους κριτικούς της αναδρομικής του Μarshall ήταν ένα ικανοποιητικό παράδειγμα, λέει, που αντιπροσωπεύει την κορύφωση μιας πρόθεσης που ο ίδιος και ο Μarshall είχαν όταν άρχισαν να δουλεύουν μαζί πριν από δύο δεκαετίες.

«Είναι πάντα σημαντικό να έχετε κατά νου την μεγάλη εικόνα, ακόμη και όταν ασχολείστε με καθημερινά ερωτήματα, και να αξιολογείτε συνεχώς πώς το κάθε τι έχει τη δυνατότητα να πάει μπροστά αυτήν τη μεγαλύτερη εικόνα», λέει. «Μερικές φορές το να πεις "όχι" είναι η πιο υπεύθυνη απάντηση.»

Αυτή η προσέγγιση επεκτείνεται και στην τοποθέτηση των έργων τέχνης. Μετά τα μουσεία, η γκαλερί δίνει προτεραιότητα στους συλλέκτες που θα είναι «εξαιρετικοί διαχειριστές» της τέχνης. Αυτό σημαίνει ότι δε θα «ρίξουν» το έργο σε δημοπρασία, αλλά θα το θαυμάζουν και θα το δανείζοτν για εκθέσεις σε ιδρύματα όταν τους ζητηθεί. Η γκαλερί με το δυναμικό των 25 ατόμων προσπαθεί, επίσης, να εξασφαλίσει ότι οι καλλιτέχνες της θα αποκτήσουν κάλυψη «στο σωστό είδος τύπου με κριτική ματιά», όπως το θέτει η Greene, όπως περιοδικά και καταλόγους της βιομηχανίας.

Η επέκταση της γκαλερί, επίσης, έχει επικεντρωθεί περισσότερο στην καλλιέργεια ενός κοινού αφοσιωμένου στους καλλιτέχνες της, παρά στο άνοιγμα σε νέες εμπορικές αγορές.

Μία «στιγμή-ορόσημο» που αναφέρει η Greene στην ανάπτυξη της γκαλερί ήταν το άνοιγμα του το 2014 του The School, ένα χώρο 2.787 τ.μ. στο Kinderhook της Νέας Υόρκης, κοντά στο αγρόκτημα του Shainman. Το The School παρουσιάζει μόνο δύο εκθέσεις το χρόνο και οι διαστάσεις του χώρου επιτρέπουν μεγαλύτερα έργα, συμπεριλαμβανομένης, λέει η Greene, «μίας από τις μεγαλύτερες φωτογραφίες που έχουμε παράξει ποτέ», ένα έργο 4×7 μ. από τον Richard Mosse. Ως προορισμός, και όχι ως μία στάση στο κύκλωμα του Τσέλσι, δίνει επίσης στους ανθρώπους «το χώρο για να περάσουν πολύ περισσότερο χρόνο εκεί», το οποίο η Greene λέει ότι είναι το πιο επαινετικό για την γκαλερί και τους καλλιτέχνες της.

David Zwirner Gallery

Πετάξτε ένα βέλος σε ένα ημερολόγιο και οι πιθανότητες είναι ότι θα πέσει σε μια μέρα που ένας από τους καλλιτέχνες του David Zwirner έχει έκθεση σε σημαντικό μουσείο κάπου στον κόσμο. Η 24χρονη γκαλερί εκπροσωπεί μεγάλα ονόματα όπως η Yayoi Kusama και ο Luc Tuymans, κάποιοι από τους οποίους είναι με τον Zwirner για δεκαετίες. Οι περίπου πέντε ντουζίνες καλλιτέχνες της γκαλερί καλύπτουν ένα εύρος που ξεκινά από τα μεγαλύτερα ονόματα του μινιμαλισμού, όπως ο Donald Judd και ο Dan Flavin, έως παραστατικούς ζωγράφους, όπως η Marlene Dumas και ο Neo Rauch, και νέους καλλιτέχνες, όπως ο Oscar Murillo και ο Jordan Wolfson.

Η συνεταίρος του, Julia Joern, λέει ότι το προσωπικό περίπου 150 ατόμων της γκαλερί σημαίνει ότι μπορεί να προσφέρει στους καλλιτέχνες της μια τεράστια ποικιλία υπηρεσιών, όπως βοήθεια με την αρχειοθέτηση, βοήθεια με την έρευνα, φωτογράφιση και δημοσίευση, καθώς και θεσμικές (ή μουσειακές) σχέσεις. Ο Zwirner έχει δύο χώρους στη Νέα Υόρκη και ένα στο Λονδίνο, με έναν τέταρτο να ανοίγει στο Χονγκ Κονγκ στις αρχές του 2018. Αλλά δεν ήταν πάντα έτσι.

Για παράδειγμα, όταν η Joern ήρθε το 2008, δημιούργησε ένα εσωτερικό τμήμα φωτογραφίας και απεικόνισης, το οποίο επέτρεψε ευελιξία ως προς το πού και πότε η γκαλερί θα μπορούσε να οργανώσει φωτογραφίσεις για επερχόμενες εκθέσεις, κάλυψη από τον τύπο, βιβλία καλλιτεχνών και άλλους σκοπούς.

Παρομοίως, τρία χρόνια τώρα υπάρχει εσωτερικό τμήμα εκδόσεων, το οποίο δεν είναι απαραίτητα ένας τεράστιος συντελεστής επιτυχίας της γκαλερί, αλλά η ύπαρξή του δικαιολογείται επειδή επιτρέπει στην γκαλερί να παράγει βιβλία, με τον τρόπο που αισθάνεται ότι εξυπηρετεί καλύτερα τους καλλιτέχνες της. Οι εκδόσεις David Zwirner Books έχουν αναθέσει σε ιστορικούς τέχνης, όπως ο Richard Shiff και ο Robert Storr, να γράψουν δοκίμια και βιβλία για τους καλλιτέχνες τους, και πιο πρόσφατα, ανέθεσε στον κριτικό πολιτισμού του The New Yorker, το βραβευμένο με Πούλιτζερ Hilton Als, να γράψει τον κατάλογο της έκθεσης της Alice Neel που επιμελήθηκε, με τίτλο “Uptown”.

Η πολυδιάστατη προσέγγισή της προήλθε εν μέρει από την απώλεια του αυστριακού γλύπτη Franz West από την γκαλερί Gagosian το 2001, λέει η Joern. Αυτή η εμπειρία ανάγκασε τον Zwirner να σκεφτεί σοβαρά πώς να μεγαλώσει την επιχείρησή του, για να μπορεί να εξυπηρετήσει καλύτερα τους καλλιτέχνες του.

«Φυσικά πρέπει να φτάσουμε στο σημείο όπου μπορούμε να δικαιολογήσουμε (αυτές τις επενδύσεις) οικονομικά και επιχειρησιακά», λέει η Joern. «Όλα πάνε χέρι-χέρι όταν μεγαλώνεις μια επιχείρηση.»

Τώρα, το εύρος του εργατικού δυναμικού σημαίνει ότι η γκαλερί μπορεί να ζητήσει πολλά είδη ειδικοτήτων. Μερικοί υπάλληλοι ειδικεύονται στη διαχείριση νέων καλλιτεχνών, ενώ άλλοι έχουν σπουδές στην ιστορία της τέχνης ή μακροχρόνιες σχέσεις με μουσεία.

«Μερικοί από το προσωπικό είναι με την γκαλερί 10 χρόνια, 15 χρόνια, 20 χρόνια», λέει η Joern. «Με αυτό έχουμε απλά απίστευτη θεσμική γνώση για τους καλλιτέχνες, τα μουσεία, τις επιχειρήσεις και όλες αυτές τις διασταυρώσεις.»

Με όλη αυτήν την τεχνογνωσία στα χέρια της, η γκαλερί μπορεί να τοποθετηθεί ως ένα από τα κορυφαία μέρη για τους πιο αναγνωρισμένους καλλιτέχνες του κόσμου, καλλιτέχνες που τείνουν επίσης να ζητούν τις υψηλότερες τιμές της αγοράς. Ένα άρθρο του New Yorker το 2013 ανέφερε τον Zwirner να λέει ότι η εκτίμηση των ετήσιων εσόδων στα 225 εκατομμυρία δολάρια ήταν «χαμηλή».

 

Πηγή: artsy.net

Απόδοση: Νάσια Καλαμάκη