Τρίτη 26/07/16
1ος χρόνος, ημέρα 268η

Απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ τινάζει στον «αέρα» την τροπολογία Παππά για τις τηλεοπτικές άδειες

Print Friendly and PDF
-A +A
Απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ τινάζει στον «αέρα» την τροπολογία Παππά για τις τηλεοπτικές άδειες

Ειδικού συνεργάτη

Με μαεστρικό τρόπο επιχείρησε η κυβέρνηση  να κρύψει την απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας που προσδιορίζει επακριβώς τα συνταγματικά όρια σχετικά με τη διανομή των τηλεοπτικών αδειών.

Πρόκειται για την απόφαση 1901/2014 που αφορούσε την αντικατάσταση της ΕΡΤ από τη ΝΕΡΙΤ και η οποία ορίζει με σαφήνεια (παρ.16) ότι:  «Η χορήγηση των αδειών, ο έλεγχος της  εξυπηρέτησης των ανωτέρω σκοπών δημοσίου συμφέροντος και η επιβολή κυρώσεων ανατίθεται σε ανεξάρτητη αρχή, το ‘Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης’».

Μέχρι σήμερα, το επιχείρημα περί «συνταγματικότητας» της τροπολογίας που κυριαρχούσε στον δημόσιο λόγο, ήταν εκείνο που ανέπτυσσε ο κ. Νίκος Παππάς και ο οποίος «ερμηνεύοντας» το Σύνταγμα, ισχυριζόταν ότι η διανομή των τηλεοπτικών αδειών ήταν αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους. Ως εκ τούτου, ακροβατώντας στην άποψη ότι οι έννοιες «κράτους» και «κυβέρνηση» ταυτίζονται, πίστευε ότι  θα μπορούσε άνετα να παρακάμψει τις αρμοδιότητες του ΕΣΡ και να αναλάβει ο ίδιος το ιδιαίτερο αυτό καθήκον...

Δυστυχώς όμως ο κ. Παππάς ίσως να μην γνώριζε την απόφαση 1901/2014 του ΣτΕ, η οποία ερμηνεύοντας αυθεντικά το Σύνταγμα (άρθ. 15 παρ. 2), ορίζει ότι η συνταγματική «έκφραση» του κράτους που δικαιούται να χορηγεί τηλεοπτικές άδειες είναι η ανεξάρτητη αρχή του ΕΣΡ και όχι κάποιος υπουργός.

Γι αυτό τον λόγο άλλωστε, αποστάσεις από τον κ, Παππά, κράτησε πρόσφατα και ο αρμόδιος Υπουργός Δικαιοσύνης κ. Παρασκευόπουλος, λέγοντας ότι ακόμα και αν είναι σωστές οι φωνές περί αντισυνταγματικότητας της τροπολογίας Παππά, η κυβέρνηση δύναται να επικαλεστεί μια άλλη (και μάλλον άσχετη με το αντικείμενο) ιδιαίτερη νομική διάταξη την λεγόμενη «αρχή της επιείκειας».

Το Liberal επικοινώνησε με έμπειρους νομικούς κύκλους, θέτοντας σε γνώση τους την απόφαση του ΣτΕ, οι οποίοι μας ενημέρωσαν ότι -πλέον- ο νόμος Παππά βρίσκεται στον αέρα και ότι είναι δυνατόν να εκπέσει με την πρώτη απλή προσφυγή που θα κατατεθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας, κυρίως ως προς τη δυνατότητα του ιδίου του υπουργού (ή οποιαδήποτε άλλου πλην του ΕΣΡ) να αποφασίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις χορήγησης των αδειών.

Σύμφωνα με τους ίδιους νομικούς κύκλους οι αποφάσεις της Ολομέλειας του ΣτΕ δεν χωρούν παρερμηνειών και είναι άμεσα εφαρμόσιμες.

Γι αυτό ακριβώς τον λόγο, μόνον τυχαία δεν θεωρήθηκε η πρόσφατη αποστροφή του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας Νικολάου Σακελλαρίου στην Ετήσια Τακτική Γενική Συνέλευση της Ενώσεως Διοικητικών Δικαστών, λίγες μόλις ώρες μετά την υπερψήφιση της τροπολογίας Παππά,  όπου τόνισε προς τους συναδέρφους του ότι: «σήµερα περισσότερο από ποτέ, έχουµε ανάγκη από δικαστάς, πραγματικούς δικαστάς, που έχουν συνείδηση του βάρους της συνταγματικής τους αποστολής, που δεν κάµπτονται από πιέσεις, απ’ όπου και αν αυτές προέρχονται».

Το βέβαιο είναι, ότι η συνέχεια στο «σήριαλ» των τηλεοπτικών αδειών προμηνύεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.

Ολόκληρη η παρ. 16 της απόφασης  1901/2014 της ολομέλειας του ΣτΕ:

«Ειδικά ως προς τους ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς, ο συνταγματικός νομοθέτης, έχοντας υπόψη τη μεγάλη εμβέλεια, την χρονική αμεσότητα και την ιδιαίτερη δύναμη επιρροής που διαθέτουν, με τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 2 του Συντάγματος όρισε ότι η λειτουργία τους υπάγεται στον άμεσο έλεγχο του κράτους. Ο έλεγχος αυτός περιλαμβάνει τόσο τη χορήγηση αδείας λειτουργίας, όσο και τη μέριμνα ώστε κατά τη λειτουργία τους να εξυπηρετούνται συγκεκριμένοι σκοποί δημοσίου ενδιαφέροντος. Οι σκοποί αυτοί είναι: η αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών, ειδήσεων, προϊόντων λόγου και τέχνης, η ποιοτική στάθμη των προγραμμάτων σε αντιστοιχία με την κοινωνική αποστολή των εν λόγω μέσων και την πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας, ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου και η προστασία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας. Η χορήγηση των αδειών, ο έλεγχος της εξυπηρέτησης των ανωτέρω σκοπών δημοσίου συμφέροντος και η επιβολή κυρώσεων ανατίθεται σε ανεξάρτητη αρχή, το ‘Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης’».

Αντίδραση από την κυβέρνηση

Αργά το βράδυ, η κυβέρνηση εξέδωσε ανακοίνωση σχολιάζοντας την απόφαση 1901/2014 του ΣτΕ. Αναλυτικά αναφέρει τα εξής:

Η απόφαση 1901/2014 του ΣτΕ χρησιμοποιείται σε σημερινό non paper της Ενωσης Ιδιωτικών Τηλεοπτικών Σταθμών Εθνικής Εμβέλειας (ΕΙΤΗΣΕΕ) και σε συγκεκριμένα δημοσιεύματα με τρόπο αποσπασματικό και παραπλανητικό.

Είναι χαρακτηριστικό ότι πρόκειται για μια απόφαση που αφορά στον προηγούμενο νόμο για τα media (πριν την ψήφιση του ν.4339/29.10.2015 από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ) και εμφανίζεται ωσάν να εφαρμόζεται αυτούσια και σήμερα. Το συγκεκριμένο σημείο της απόφασης (παράγραφος 16) στο οποίο παραπέμπει το non paper δεν λαμβάνει καν υπόψη του τη σημερινή αδυναμία συγκρότησης Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ), δηλαδή της ανεξάρτητης αρχής που προβλέπει το Σύνταγμα. Και, άρα, δεν απαντά στην παραβίαση επί 25 χρόνια της συνταγματικής υποχρέωσης να λειτουργήσουν με άδειες τα ιδιωτικά κανάλια. Δεδομένου, λοιπόν, ότι -παρ’ όλες τις προσπάθειες της κυβέρνησης για συναίνεση- αποδείχθηκε αδύνατη η επίτευξη της απαιτούμενης πλειοψηφίας για τη συγκρότηση νέου ΕΣΡ το οποίο θα διεξήγαγε τον διαγωνισμό, υπήρχε κίνδυνος να ματαιωθεί ξανά (όπως όλες τις τελευταίες δεκαετίες) η αδειοδότηση που προβλέπει το Σύνταγμα.

Ασφαλώς και γνωρίζει τη συγκεκριμένη απόφαση η Κυβέρνηση. Μάλιστα, η γνωμοδότηση του καθηγητή Ι. Δρόσου -που κατατέθηκε στα πρακτικά της Βουλής και λαμβάνει υπ’ όψιν της την απόφαση του ΣτΕ- ξεκαθαρίζει ότι το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος σε καμία περίπτωση δεν επιβάλλει την ανάθεση των αρμοδιοτήτων της αδειοδότησης στο ΕΣΡ. Το συγκεκριμένο άρθρο του Συντάγματος κατοχυρώνει ένα «πυρήνα» αποκλειστικών αρμοδιοτήτων του ΕΣΡ, στις οποίες όμως δεν περιλαμβάνεται το σύνολο των αρμοδιοτήτων του κράτους για τους ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σε άλλο σημείο της ίδιας απόφασης (1901/2014) του ΣτΕ, το οποίο δεν προβάλλεται ανάλογα, σημειώνεται ότι «το κράτος (η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία καθώς και το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης ως ανεξάρτητη διοικητική αρχή) υποχρεούται, απέχοντας από επεμβάσεις στο περιεχόμενο των εκπομπών να λαμβάνει όλα τα τα αναγκαία θετικά μέτρα (νομοθετικά, οργανωτικά, διοικητικά και ουσιαστικά) [...] ώστε να διασφαλίζεται η καθολική παροχή της ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας στην εθνική επικράτεια». Ενα τέτοιο μέτρο ακριβώς είναι και η αδειοδότηση.

Εκτός, όμως, από το λόγο που υπαγορεύει το Σύνταγμα, υπάρχει και λόγος δημοσίου συμφέροντος να διεξαχθεί άμεσα ο διαγωνισμός για τη χορήγηση των αδειών, αφού πρόκειται για δέσμευση της χώρας η οποία έχει περιληφθεί στη Συμφωνία με τους δανειστές. Μάλιστα, η γενικότερη νομολογία του ΣτΕ δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στο δημόσιο συμφέρον όταν αυτό σχετίζεται με μέτρα αντιμετώπισης της κρίσιμης δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας. Και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η διενέργεια του διαγωνισμού θα φέρει στο Δημόσιο έσοδα τα οποία έχουν, ήδη, προϋπολογιστεί.

Συμπερασματικά, η απόφαση 1901/2014 του ΣτΕ σε τίποτα δεν αναιρεί την αναγκαιότητα ορισμού ενός κρατικού οργάνου που θα διεξαγάγει το διαγωνισμό για τις άδειες. Και, από το Σύνταγμα, μόνον η Βουλή μπορεί να ορίσει το όργανο αυτό. Όπως και έπραξε.




Επιστροφή στην mobile έκδοση.